Παρεμβαίνουμε και στηρίζουμε γυναίκες που υφίστανται έμφυλη βία

Μαρία Στρατηγάκη, Αναπλ. Καθηγήτρια Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η «αποκάλυψη» της έξαρσης της ενδοοικογενειακής βίας μέσα στην πανδημία και η δυναμική που δημιούργησε το κίνημα #metoo στην Ελλάδα έδειξαν την έκταση της έμφυλης βίας στην χώρα μας και ανέδειξαν την ανάγκη ουσιαστικής υποστήριξης των γυναικών στο μεγάλο βήμα που κάνουν για να μιλήσουν και τελικά να καταγγείλουν τη βία που υφίστανται από συντρόφους, συγγενείς εργοδότες και άλλα μέλη της κοινωνίας εξαιτίας του φύλου τους. Η σημαντική βελτίωση της ανταπόκρισης των ΜΜΕ και της ευαισθητοποίησης του ευρύτερου κοινού στην έμφυλη βία αποτελούν ελπιδοφόρα εξέλιξη για την αντιμετώπισή της. Οι γυναικοκτονίες και οι βιασμοί απασχολούν πλέον τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων και συχνά χωρίς σεξιστικά σχόλια και διάθεση στιγματισμού των θυμάτων. Όλα αυτά είναι ενθαρρυντικά και δείχνουν μια σαφή πρόοδο της κοινωνίας στον τομέα της καταπολέμησης της έμφυλης βίας.

Ωστόσο, παρά τις θετικές εξελίξεις και τη διαρκώς αυξανόμενη ευαισθητοποίηση γύρω από τα έμφυλα ζητήματα, οι γυναίκες με πολλαπλές ευαλωτότητες, όπως οι προσφύγισσες και οι μετανάστριες, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες να καταγγείλουν την έμφυλη βία. Η δυσκολία αυτή αιτιολογείται εύκολα αν σκεφτούμε πως πρόκειται για γυναίκες που συχνά δεν διαθέτουν οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον στη χώρα που μετανάστευσαν, πιθανότατα δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, αλλά και το πού μπορούν να απευθυνθούν. Ο φόβος μπροστά στο άγνωστο μέλλον, οι ταλαιπωρίες από το επώδυνο ταξίδι που έκαναν για να φθάσουν στην Ελλάδα, η αβεβαιότητα για την χώρα στην οποία τελικά θα ζήσουν, επιβαρύνουν την εμπειρία της βίας και παράλληλα αναστέλλουν κάθε πρόθεση να την καταγγείλουν, κάθε δύναμη να αντισταθούν.

Και άλλες γυναίκες με ευαλωτότητες, όπως η αναπηρία ή η φτώχεια, χρειάζονται ενδυνάμωση, υποστήριξη, κάθε ενέργεια που μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας (όπως η κάλυψη των βασικών αναγκών στέγασης, διατροφής, περίθαλψης) και να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να αντιδράσουν και να πάρουν στα χέρια τους την προστασία της ακεραιότητας και αξιοπρέπειάς τους.

Παρεμβάσεις, όπως αυτή του Ariadne2 είναι πολύ σημαντικές για να αρχίσουν οι αρμόδιοι φορείς όπως η αστυνομία, αλλά και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, και όλοι εκείνοι οι φορείς που δραστηριοποιούνται στην αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, να προσαρμόζουν τον τρόπο που χειρίζονται τα περιστατικά στις πραγματικές ανάγκες των γυναικών με ευαλωτότητες.

Σκοπός είναι να δοθούν τα απαραίτητα τεχνικά και θεωρητικά εφόδια στα στελέχη της «πρώτης γραμμής», αλλά και να καλλιεργηθεί η ευαισθησία στη διαφορετικότητα, ώστε να ανταποκριθούν στις ανάγκες όσων γυναικών, λόγω χαρακτηριστικών ή καταστάσεων, αντιμετωπίζουν πολλαπλές διακρίσεις και δυσμενέστερες συνθήκες καθημερινής ζωής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ariadne2 δεν αποτελεί μεμονωμένη παρέμβαση, αλλά τη συνέχεια της ομώνυμης δράσης που υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 2016-2018, οπότε διαπιστώθηκε η ανάγκη για την κάλυψη πιο εξειδικευμένων αναγκών των επαγγελματιών «πρώτης γραμμής». Μάλιστα, η ίδρυση Γραφείων Ενδοοικογενειακής Βίας στην Ελληνική Αστυνομία όπως προτάθηκε από το έργο, αποδεικνύει τη δυναμική που μπορούν να έχουν παρεμβάσεις που αφουγκράζονται τις πραγματικές ανάγκες του πεδίου. Το πρόσφορο έδαφος για θεσμικές αλλαγές που διαμορφώθηκε μετά την κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης με τον νόμο 4531/2018 ευνόησε την εν λόγω θεσμική αλλαγή, και ανήγαγε τη διεξαγωγή των εκπαιδευτικών δράσεων για τους επαγγελματίες από καλή πρακτική και σε νομική υποχρέωση.

Είναι γεγονός ότι οι έμφυλες ανισότητες εκφράζονται σε όλα τα πεδία της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής τα οποία αλληλεξαρτώνται και τελικά διαμορφώνουν τις συνθήκες ζωής των γυναικών. Επομένως, το πλέγμα των πολιτικών ισότητας θα πρέπει να εκτείνεται ταυτόχρονα σε πολύπλευρες, πολυδιάστατες και συμπεριληπτικές πολιτικές. Ο αγώνας για τη μείωση των ανισοτήτων και τον τερματισμό της έμφυλης βίας είναι μια διαρκής και επίπονη προσπάθεια, απαιτεί την εγρήγορση όλων των φορέων, της πολιτείας και της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και προσωπικές στάσεις και συμπεριφορές «μηδενικής ανοχής» στον υποβιβασμό και την υποτίμηση των δικαιωμάτων όλων των γυναικών ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή, θρησκευτική πεποίθηση, ή αναπηρία.